επιψακάζω

επιψακάζω
ἐπιψακάζω (Α)
1. επιψεκάζω*
2. (για κρασί) πίνω σιγά σιγά, κουτσοπίνω («ἢν οἱ παῑδες μικραῑς κύλιξι πυκνά ἐπιψακάζωσιν», Ξεν.).

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”